πλουμαρίσσιμος


πλουμαρίσσιμος
-ον, Α
κεντημένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. plumarius «ποικιλτής» (το οποίο εκλαμβάνεται και ως επίθετο, πρβλ. λατ. plumaria ars «ποικιλτική τέχνη») + κατάλ. υπερθ. βαθμού -issimus].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.